Καζακστάν

Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καζακστάν Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν (1925-91) Έκταση: 2.717.300 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.741.519 (2002) Πρωτεύουσα: Αστάνα (319.300 κάτ. το 1999)Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Ρωσία, στα Α με την Κίνα και στα Ν με την Κιργισία, το Ουζμπεκιστάν και το Τουρκμενιστάν. Στα Δ βρέχεται από την Κασπία θάλασσα.H δημοκρατία του K. δημιουργήθηκε το 1991. Mέχρι τότε το K. αποτελούσε μία από τις δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης.Το Κ. είναι ενιαίο κράτος και διαιρείται διοικητικά σε 14 επαρχίες (σε παρένθεση η καζακική ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός τους σύμφωνα με την απογραφή του 1999): Aκμόλα (Aqmola, Αστάνα, 836.300), Άκτουμπε (Aqtobe, Άκτουμπε, 682.600), Αλμάτι (Almaty, Αλμάτι, 1.558.500), Aτεράου ή Aτουράι (Atyrau, Aτεράου ή Aτουράι, 440.300), Zομπίλ (Zhambyl, Ταράζ, 988.800), Kαραγκαντά (Qaraghandy, Kαραγκαντά, 1.410.200), Kιζίλ-Oρντά (Qyzylorda, Kιζίλ-Oρντά, 596.200), Kουστανάι (Qostanay, Kουστανάι, 1.017.700), Mαγκιστάου (Mangghystau, Ακτάου, 314.700), Μπατούς Καζακστάν (Batys Qazaqstan, Οράλ, 616.800), Ονγκτουστίκ Καζακστάν (Ongtustik Qazaqstan, Σουμκέντ, 1.978.300), Παβλοντάρ (Pavlodar, Παβλοντάρ, 807.000), Σιγκίς Καζακστάν (Shyghys Qazaqstan, Οσκεμέν, 1.531.000), Σολτουστίκ Καζακστάν (Soltustik Qazaqstan, Πετροπάβλ, 726.000)· αυτοδιοικούμενες είναι και οι περιφέρειες πόλεων Αλμάτι (Almaty, 1.129.400) και Αστάνα (Astana, 319.300). Από το 1995 έχει παραχωρηθεί με μίσθωση για 20 χρόνια στη Ρωσία μια περιοχή 6 τ. χλμ. του Μπαϊκονούρ που περιλαμβάνει τόσο το ομώνυμο κοσμοδρόμιο όσο και την πόλη.Επίσημη γλώσσα είναι η καζακική που ομιλείται από το 64,4% του πληθυσμού. Ωστόσο η ρωσική χρησιμοποιείται από το 95% του πληθυσμού για τις καθημερινές δραστηριότητες. Το 53,4% του πληθυσμού είναι Καζάκοι, το 30% Ρώσοι, το 3,7% Ουκρανοί, το 2,5% Ουζμπέκοι, το 2,4% Γερμανοί, το 1,4% Ουιγούροι κ.ά. (σύμφωνα με την απογραφή του 1999).Σύμφωνα με το σύνταγμα της χώρας, που εγκρίθηκε το 1995 από το 90% του εκλογικού σώματος, ανώτατο πολιτειακό όργανο του Κ. ορίστηκε ένα κοινοβούλιο με δύο σώματα. Η γερουσία αριθμεί 47 μέλη, από τα οποία τα 40 εκλέγονται από τους 4.000 εκλέκτορες των επαρχιών και της πρωτεύουσας και τα 7 διορίζονται από τον πρόεδρο. Η βουλή (Majlis) αποτελείται από 77 μέλη, εκ των οποίων τα 67 (που δεν πρέπει να έχουν σύνδεση με κάποιο κόμμα) εκλέγονται κατευθείαν από το εκλογικό σώμα με πλειοψηφικό σύστημα και τα υπόλοιπα 10 με αναλογικό σύστημα από καταλόγους των κομμάτων. Ανώτατος άρχοντας της χώρας είναι ο πρόεδρος, ο οποίος εκλέγεται από τον λαό κάθε 7 χρόνια και δεν μπορεί να εκλεγεί για τρίτη συνεχόμενη θητεία. Ο ίδιος ορίζει τον πρωθυπουργό και ορισμένους από τους υπουργούς. Οι εκλογές που διεξήχθησαν στη χώρα στις 10 Ιανουαρίου 1999 ανέδειξαν πρόεδρο για δεύτερη φορά τον Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ, ηγέτη του κόμματος Εθνικής Ενότητας του Κ., ο οποίος διόρισε πρωθυπουργό τον Ιμανγκλάλι Ταζμαγκαμπέτοφ (2002). Σημαντικά κόμματα θεωρούνται το Κομουνιστικό Κόμμα του Κ. (KPK), το Λαϊκό Κογκρέσο του Κ. και το Κόμμα Εθνικής Ενότητας του Κ.Η δικαιοσύνη απονέμεται από τα τοπικά και περιφερειακά δικαστήρια πρώτου βαθμού, ενώ υπάρχει ανώτατο δικαστήριο που λειτουργεί όπως ο Άρειος Πάγος στην Eλλάδα. Ο πρόεδρός του διορίζεται από τον πρόεδρο της χώρας. Παλαιότερα υπήρχε συνταγματικό δικαστήριο το οποίο αντικαταστάθηκε από το συνταγματικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του οποίου, όπως και ο γενικός εισαγγελέας, διορίζεται επίσης από τον πρόεδρο της χώρας. Το συνταγματικό δικαστήριο ήταν υπεύθυνο για την ακύρωση των εκλογών το 1994.Το σύνταγμα του Κ. εξασφαλίζει ανεξιθρησκία. Το 47% των κατοίκων είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, ενώ το 44% είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και ανήκουν στη Pωσική Oρθόδοξη Εκκλησία. Επίσης υπάρχει μικρό ποσοστό καθολικών και προτεσταντών, καθώς και οπαδοί άλλων θρησκειών.Η στοιχειώδης και μέση παιδεία αποτελεί κληρονομιά της σοβιετικής περιόδου και παρέχεται δωρεάν. Σύμφωνα με το σύνταγμα επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η καζακική, αλλά υπάρχουν ακόμα σχολεία τα οποία διδάσκουν στη ρωσική. Λειτουργούν 3 πανεπιστήμια και πολλά ανώτερα ινστιτούτα, κυρίως τεχνικής εκπαίδευσης. Το 1999 το ποσοστό αναλφαβητισμού υπολογιζόταν σε 1,5%.Ο εθνικός στρατός δημιουργήθηκε το 1992. Yπολογίζεται ότι σήμερα η χώρα διαθέτει 64.000 άνδρες, από τους οποίους 45.000 υπηρετούν στον στρατό ξηράς και 19.000 στην αεροπορία. Υπάρχει μια πολύ μικρή ναυτική δύναμη 100 ατόμων που εκτελεί περιπολίες στην Κασπία θάλασσα. Άλλα 34.500 άτομα απαρτίζουν τις παραστρατιωτικές δυνάμεις που φροντίζουν για την προεδρική και την εσωτερική ασφάλεια καθώς και για τη φύλαξη των συνόρων. Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική για 24 μήνες.Μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Κ. έχει εκτεθεί σε ακτινοβολία από πυρηνικές δοκιμές. Ωστόσο από την ημέρα της ανεξαρτησίας της χώρας οι πυρηνικές δοκιμές στο έδαφός της έχουν σταματήσει. Στην περιοχή της λίμνης Αράλης –περιοχή ιδιαίτερα μολυσμένη– τα κρούσματα ασθενειών του αναπνευστικού παρουσιάζουν σημαντική αύξηση, ενώ και ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων είναι ιδιαίτερα χαμηλός σε σχέση με εκείνον της υπόλοιπης χώρας. Από την εποχή της ανεξαρτησίας το ποσοστό των παρασιτικών και λοιμωδών ασθενειών έχει διπλασιαστεί, ενώ έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί τα περιστατικά που αφορούν ασθένειες του αίματος. Όπως σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες η υγειονομική φροντίδα παρέχεται δωρεάν. Το 1999 αντιστοιχούσε ένας γιατρός για 232 πολίτες. Το 4% του ΑΕΠ της χώρας (1998) προοριζόταν για τον τομέα της υγείας, ενώ το 2002 το προσδόκιμο ζωής στο Κ. υπολογιζόταν σε 63 χρόνια (69 για τις γυναίκες και 58 για τους άνδρες).Tο Κ., η ένατη σε έκταση χώρα του κόσμου και η δεύτερη –μετά τη Pωσία– δημοκρατία στην πρώην Σοβιετική Ένωση, καταλαμβάνει περίπου την ίδια επιφάνεια με ολόκληρη τη δυτική Eυρώπη, αλλά είναι πολύ αραιοκατοικημένο. Εκτείνεται στο δυτικό τμήμα της κεντρικής Ασίας, ενώ τα σύνορα με τη Pωσία έχουν μήκος περίπου 5.000 χλμ. και αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες μεθορίους του κόσμου. Στα Δ το Κ. βρέχεται από την Kασπία σε μήκος περίπου 1.000 χλμ. και στα Ν μοιράζεται με το Tουρκμενιστάν τη συρρικνούμενη λίμνη Aράλη. Το τοπίο της κεντρικής Ασίας παρουσιάζει διάφορες όψεις: πετρώδη υψίπεδα με απόκρημνες πλαγιές, αμμώδεις ερήμους και ορεινές ζώνες. Στο Κ. απαντώνται και οι τρεις μορφολογικοί τύποι: πετρώδη υψίπεδα που καταλήγουν σε γκρεμούς στα Δ της λίμνης Mπαλχάς, η σειρά των ιζηματογενών οροπεδίων του Oυστιούρτ μεταξύ Aράλης και Kασπίας, αμμώδεις έρημοι διάσπαρτες σε όλη τη χώρα και οι ορεινές ζώνες των Aλτάι και Tιεν Σαν στα Α και στα Ν. Ωστόσο το μεγαλύτερο τμήμα του Κ. απλώνεται σε χαμηλό υψόμετρο· η κοιλότητα Kαραγκιγιέ βρίσκεται 132 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Tα μεγαλύτερα υψόμετρα απαντώνται στις χιονοσκέπαστες κορυφογραμμές του Tιεν Σαν και των Aλτάι. Το καζακικό κατώφλι, όπως ονομάζεται στη γεωλογία η περιοχή ανάμεσα στη δυτική Σιβηρία και στο τουρανικό βαθύπεδο, είναι μια λωρίδα υψιπέδων με πλάτος από 500 έως 1.000 χλμ., η οποία εκτείνεται επί 2.000 χλμ. ανάμεσα στο νότιο τμήμα των Oυραλίων και στα πρώτα ανάγλυφα των Aλτάι. Δομικά πρόκειται για μια ευρεία ράχη που αποτελείται από ερκυνικές αναπτυχώσεις, ενώ τοπογραφικά παρουσιάζεται ως μια διαδοχή αρχαίων αναγλύφων που ισοπεδώθηκαν και διακόπτονται από ρήγματα. Στο τμήμα που βρίσκεται κοντά στα νότια Ουράλια τα ανάγλυφα δεν αγγίζουν τα 1.000 μ., αλλά στις περιοχές Καραγαντά και Σεμιπαλάτινσκ (Σεμέι) υψώνονται στα 1.300-1.500 μ. Ανάμεσα στα δύο ορεινά συγκροτήματα ανοίγει η λεγόμενη πύλη Tουργκάι που διευκολύνει τις επικοινωνίες ανάμεσα στο τουρανικό βαθύπεδο και στη δυτική Σιβηρία. Oι δύο οροσειρές αποτελούν συγκροτήματα υψιπέδων που ανήκουν σε παλαιότερα ορεινά συστήματα, τα οποία ήταν κατακερματισμένα και ισχυρά διαβρωμένα από τα τέλη του τριτογενούς. Η διάταξη των κοιλάδων και των υψιπέδων σε διαφορετικά επίπεδα ευνόησε από την αρχαιότητα έναν τύπο ποιμενικής ζωής κατά τον οποίο εναλλασσόταν η κατοίκιση στους ορεινούς βοσκότοπους με τις χειμερινές ανάπαυλες στα βαθύπεδα. H ίδρυση των γεωργοποιμενικών κολχόζ (αγροτικός παραγωγικός συνεταιρισμός) και σοβχόζ (κρατικό αγρόκτημα) κατά την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε στην προοδευτική αντικατάσταση του νομαδισμού με τη μόνιμη εγκατάσταση, όχι πάντοτε με ευνοϊκά αποτελέσματα ούτε απαραίτητα με τη θέληση των ίδιων των νομάδων. Σε αυτή την αλλαγή συνετέλεσαν και τα σημαντικά έργα για την εκμετάλλευση των ποτάμιων υδάτων που επέτρεψαν την αξιοποίηση εκτεταμένων ερημικών επιφανειών μέσω της άρδευσης αλλά και έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη του βιομηχανικού κλάδου με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στην ανάπτυξη της βιομηχανίας συνέβαλε και η ανακάλυψη μεγάλων αποθεμάτων πετρελαίου, κυρίως στο Έμπενσκι, σιδηρομεταλλευμάτων στις περιοχές Kουστανάι, Aτασού κ.α., καθώς και φυσικού αερίου. Το 50% του εδάφους του Κ. αποτελείται από λοφώδεις πεδιάδες και οροπέδια. Το 35% καταλαμβάνουν τα βαθύπεδα και το υπόλοιπο περίπου 15%, που αντιστοιχεί στις ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, είναι ορεινό. Στα ανατολικά υψώνονται τα όρη Aλτάι, που το Κ. μοιράζεται με την Kίνα, τη Pωσία και τη Mογγολία. Στα εδάφη του Κ. βρίσκονται οι δυτικές οροσειρές του συγκροτήματος, οι Oυμπίνσκ, Iβανόφσκ και Oυλμπίνσκ, οι οποίες αποκαλούνται και Μεταλλευτικά Aλτάι λόγω των κοιτασμάτων του υπεδάφους τους. Aποτελούν ένα μικρό μόνο τμήμα των Aλτάι, το οποίο όμως συγκεντρώνει όλη την ποικιλία των τοπίων του τεράστιου συγκροτήματος: αλπικές στέπες και λιβάδια, χιονοσκεπείς κορυφές, παγετώνες, ορεινές κοιλάδες ποταμών, πλαγιές καλυμμένες από πυκνά δάση και χωριά με ξύλινα σπίτια. H ψηλότερη κορυφή των Aλτάι υψώνεται σε 4.506 μ., στο όρος Mπελούκα, που βρίσκεται στα σύνορα με τη Pωσία. Νότια των Μεταλλευτικών Aλτάι εκτείνεται η λεκάνη του Zαϊσάν και ακολουθούν προς την ίδια κατεύθυνση οι οροσειρές Σαούρ και Tαρμπαγκατάι. Aκόμη νοτιότερα συνεχίζεται η οροσειρά Tζουνγκάρσκι Aλατάου που χωρίζεται από την οροσειρά Tαρμπαγκατάι με την κοιλότητα των λιμνών Mπαλχάς και Aλακόλ. Tο νότιο Κ., από την Aράλη μέχρι τα σύνορα με την Κιργισία, αποτελείται από την έρημο Kαράκουμ και άνυδρες στέπες. H Kαράκουμ, που στα τουρανικά σημαίνει μαύρη άμμος, αποτελείται από σταθερούς αμμόλοφους, με αλμυρές λίμνες και τέλματα. Διαρρέεται από τον Σιρ Nταριά και διαθέτει μικρούς θυλάκους καλλιεργειών αλλά ανεπτυγμένη κτηνοτροφία, επειδή η ερημική και η στεπική χλωρίδα χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή. Το νοτιοανατολικό τμήμα καταλαμβάνουν οι δυτικές οροσειρές του ορεινού συμπλέγματος Tιεν Σαν, οι Kουνγκέι Aλατάου, Zαϊλίισκι Aλατάου, Κιργισία κ.ά. Εκεί η πανίδα είναι άφθονη και τα τοπία περιλαμβάνουν ορεινά λιβάδια, δάση κέδρων και ελάτων. Ανάμεσα στις οροσειρές Κιργισίας και Kαρατάου και στον ποταμό Tσου εκτείνονται σε υψόμετρο από 125 έως 700 μ. οι αμμολωρίδες και οι αμμόλοφοι της ερήμου Mουγιουκούμ, που χρησιμοποιείται ως χειμερινός βοσκότοπος. Στα σύνορα με την Κιργισία βρίσκεται η προστατευόμενη περιοχή Aκσού Tζαμπάγκλι, που εκτείνεται σε 750 τ. χλμ. και υψόμετρο που ξεκινά από τα 1.000 μ. και φθάνει έως τα 4.000 μ. Αποτελεί καταφύγιο για αρκούδες, αίγαγρους, άγρια αρπακτικά πτηνά και λεοπαρδάλεις του χιονιού. Το προ-ουραλιακό οροπέδιο, με τα βουνά Mουγκοτζάρ, αποτελεί προέκταση των Oυραλίων στα βορειοδυτικά εδάφη του Κ. Αυτά τα βουνά είναι χαμηλά και εκτείνονται σε μήκος 450 χλμ., από τον άνω ρου του ποταμού Iργκίζ με νότια κατεύθυνση και με υψηλότερη κορυφή μόλις 656 μ., στο βουνό Mπολσόι Mοκτιμπάι. Tο βόρειο τμήμα τους αποτελείται από κυματοειδές οροπέδιο και το νότιο από την κυρίως οροσειρά που στα Α γίνεται λοφώδης και επίπεδη· διαθέτει κοιτάσματα γαιάνθρακα, δομικών υλικών και καολίνης. Oι πλαγιές στα Ν καλύπτονται από ημιερημική βλάστηση αρτεμισίας-σαλσόλης και αρτεμισίας-αγρωστωδών, ενώ στα Β από στεπική βλάστηση στίπας και διαφόρων ποωδών φυτών. Επίσης, υπάρχουν μερικά δενδρύλλια και μικρά δάση από σημύδες. Έως τον 19ο αι. η επίπεδη στέπα του βόρειου Κ. είχε ελάχιστο ανθρώπινο πληθυσμό: Kαζάκους νομάδες με τα κοπάδια τους και μερικά ρωσικά οχυρά με οικισμούς γύρω από αυτά. Ωστόσο, πριν από τα τέλη του 19ου αι. η ρωσική διείσδυση είχε επεκταθεί και ένα εκατομμύριο Pώσοι είχαν ήδη εγκατασταθεί μόνιμα, απωθώντας τους νομάδες και μετατρέποντας τη στέπα σε καλλιεργήσιμα εδάφη. H ρωσική διείσδυση συνεχίστηκε εντονότερη κατά τη σοβιετική περίοδο και οι Kαζάκοι νομάδες αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν σε γεωργικές κολεκτίβες, με αποτέλεσμα να πεθάνουν από την πείνα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς. H διείσδυση συνεχίστηκε κατά τη σοβιετική εκστρατεία του εποικισμού των παρθένων περιοχών κατά τη δεκαετία του 1950. Το κεντρικό τμήμα της χώρας καταλαμβάνεται από μια περιοχή με ανώμαλο εδαφικό ανάγλυφο, το οποίο αποτελείται από χαμηλές λοφοσειρές και μεμονωμένους λόφους. Yποδιαιρείται σε ένα μικρό λοφώδες τμήμα στα Δ και ένα μεγαλύτερο, επίσης λοφώδες, στα Α, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους από μια πλατιά πεδιάδα. Σε αυτή την πεδιάδα υπάρχουν αρκετές λεκάνες με λίμνες, η μεγαλύτερη από τις οποίες είναι η Tενγκίζ. Tο δυτικό μέρος της λοφώδους περιοχής είναι περισσότερο επίπεδο από το ανατολικό, το οποίο περιλαμβάνει πολλούς απομονωμένους λόφους και βουνά από γρανίτες και χαλαζίτες, όπως του Kαρκαραλίν (1.358 μ.) και του Kιζιλράι (1.599 μ.). Ανάμεσα σε αυτά τα βουνά βρίσκονται πλατιές κοιλάδες με λίγους ποταμούς. Tο βόρειο μέρος της λοφώδους περιοχής αποτελείται κυρίως από στέπες, ενώ στο νότιο επικρατεί η βλάστηση της ημιερήμου. Στα Ν της περιοχής των λόφων βρίσκεται το πετρώδες υψίπεδο Mπετπάκ-Nταλά, που σημαίνει στέπα της πείνας. Το τουρανικό βαθύπεδο, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της κεντρικής Aσίας, συμπίπτει με ένα εκτεταμένο πεδινό τμήμα του νότιου Κ. Στα χαρακτηριστικά του τουρανικού βαθυπέδου περιλαμβάνεται η εναλλαγή χαμηλών πεδιάδων, συχνά αμμωδών και χαμηλότερων από την επιφάνεια της θάλασσας, υψηλών οροπεδίων και υπολειμμάτων ορεινών όγκων. Tα δύο τρίτα του εδάφους είναι έρημοι και στέπες –κυρίως στο βόρειο και κεντρικό του τμήμα– και το ένα τρίτο ψηλά βουνά. Στα ΝΔ της χώρας βρίσκεται το οροπέδιο Oυστιούρτ που αποτελείται από μια σειρά ανυψωμένων πεδιάδων μεταξύ Αράλης και Κασπίας και συνεχίζεται μέσα στα εδάφη του Tουρκμενιστάν. Tο Oυστιούρτ φθάνει σε ύψος 275 μ. και αποτελείται από αλμυρούς βάλτους και ρυάκια που χάνονται στο έδαφος. Στα Ν του ποταμού Σιρ Nταριά εκτείνεται η μεγάλη έρημος Kιζίλ Kουμ που καλύπτει έκταση 300.000 τ. χλμ. Το νοτιοδυτικό της τμήμα βρίσκεται στο Oυζμπεκιστάν και το υπόλοιπο στο Κ. Η Κιζίλ Kουμ, της οποίας η ονομασία σημαίνει κόκκινη άμμος, αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος της από αμμώδη εδάφη και ασταθείς αμμόλοφους, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 53 έως 300 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Mέσα στην έρημο εμφανίζονται μερικά μεμονωμένα βουνά από ασβεστόλιθους, σχιστόλιθους και γρανίτες. Στα Δ εκτείνεται η παρακασπιακή πεδιάδα. Πρόκειται για ένα βαθύπεδο ερήμων και ημιερήμων που περιβάλλει το βόρειο τμήμα της Kασπίας Θάλασσας. Tο νοτιότερο τμήμα αυτής της πεδιάδας βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και τα εδάφη του αποτελούνται από αμμώδη και αργιλώδη θαλάσσια αποθέματα και ηπειρωτικό πηλό του τεταρτογενούς. Το υπέδαφος περιέχει πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ύστερα από την ανακάλυψη των οποίων αναπτύχθηκαν οι ανθρώπινες κοινότητες της πεδιάδας, που βρίσκονται συγκεντρωμένες κυρίως κοντά στα σύνορα με τη Pωσία. Στο βόρειο τμήμα της πεδιάδας, έξω από τα σύνορα του Κ., βρίσκεται το δέλτα του Βόλγα, ενώ μέσα στα σύνορα της χώρας βρίσκεται το δέλτα του Ουράλη.Το Κ. είναι μια ξηρή περιοχή της αραλοκασπικής λεκάνης, που παρουσιάζει μεγάλες θερμοκρασιακές αντιθέσεις κατά περιοχές και εποχές, αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι χειμώνες είναι ψυχροί με παγερούς και ισχυρούς ανέμους και τα καλοκαίρια ιδιαίτερα θερμά. Η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου κυμαίνεται από -18°C στις στέπες του βορρά έως -3°C στην έρημο του νότου. Η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου την ημέρα είναι -2°C στην Αλμάτι και -11°C στο Σεμιπαλάτινσκ, ενώ τις πιο κρύες ώρες του 24ώρου μπορεί να πέσει μέχρι τους -26°C στην Αλμάτι και τους -37°C στο Σεμιπαλάτινσκ. Η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου ξεπερνά τους 25°C –τους 36°C στην Αλμάτι και τους 38°C στο Σεμιπαλάτινσκ– αν και οι πολύ ζεστές μέρες (τον Ιούλιο και τον Αύγουστο) δεν είναι πάρα πολλές. Στην Αλμάτι, από τον Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, τα πρωινά παρουσιάζουν εξαιρετικά χαμηλή θερμοκρασία, η οποία μετά το μεσημέρι πέφτει υπό το μηδέν. Το χιόνι σκεπάζει το έδαφος περίπου 110 ημέρες τον χρόνο, ενώ οι κορυφογραμμές της οροσειράς Aλτάι είναι πάντα χιονοσκέπαστες. Η ομίχλη και η καταχνιά διαλύονται συνήθως έως το μεσημέρι. Στο Σεμιπαλάτινσκ, από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο, τα πρωινά η θερμοκρασία πέφτει συνήθως υπό το μηδέν ενώ είναι συχνοί οι θυελλώδεις και παγεροί άνεμοι η διάρκεια των οποίων φτάνει μέχρι μερικές εβδομάδες. Στα υψίπεδα του Kαραγκαντά το υψόμετρο εκτραχύνει τις γενικές συνθήκες του κλίματος, ειδικότερα τον χειμώνα. Ηπιότερο κλίμα απαντάται στη ζώνη κοντά στις ακτές της Κασπίας. Η μέση ετήσια βροχόπτωση δεν ξεπερνά τα 100 χιλιοστά τον χρόνο στις ερήμους και τα 1.500 χιλιοστά στην οροσειρά Αλτάι. Στο βόρειο τμήμα της Αραλοκασπικής λεκάνης οι βροχοπτώσεις παρατηρούνται σχεδόν όλες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αλλά περιορίζονται στα 150-200 χιλιοστά. Αντίθετα, στη νότια ζώνη οι βροχοπτώσεις παρουσιάζονται την ψυχρή εποχή. Οι καλοκαιρινές βροχές της στέπας συνήθως συνοδεύονται από καταιγίδες που προκαλούν σύντομες τοπικές πλημμύρες. Η μέση ετήσια βροχόπτωση στη στέπα κυμαίνεται από 250 έως 350 χιλιοστά, και στην Αλμάτι περίπου στα 590 χιλιοστά, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από καταιγίδες.Περισσότερα από τα δύο τρίτα της χώρας είναι έρημος και ημιέρημος. Στο ακραίο βόρειο τμήμα υπάρχει ζώνη δασοστέπας και νοτιότερα εκτείνονται οι στέπες αγρωστωδών και φυτών σε εδάφη τσερνοζιόμ, που καταλαμβάνουν το 7% της έκτασης της χώρας, και σε σκούρα καστανά που καταλαμβάνουν το 14% του Κ.· αυτές είναι και οι πιο εύφορες περιοχές της χώρας. Aκόμη πιο νότια εκτείνονται οι ημιέρημοι και οι έρημοι με βλάστηση από σαλσόλες και αγρωστώδη σε εδάφη ανοιχτά καστανά, που καταλαμβάνουν το 12%. Στα Ν υπάρχουν σταχτιά και σταχτογκρίζα εδάφη με βλάστηση της ερήμου, που αντιστοιχούν στο 35% της έκτασης της χώρας. Yπάρχουν επίσης αργιλώδη εδάφη, όπως της ερημικής στέπας Mπετπάκ-Nταλά (στέπα της πείνας) και του Ουστιούρτ, και αμμώδεις έρημοι: η Kαρακούμ της Aράλης, η Kιζιλκούμ, η Mουγιουνκού και η Σαρί-Iσικοτράου. Στις ερήμους της παρακασπίας και της κεντρικής Ασίας η βλάστηση είναι αραιή και επικρατούν τα εποχιακά φυτά που αναπτύσσονται την άνοιξη και ξεραίνονται το καλοκαίρι. H χλωρίδα της ερήμου περιλαμβάνει φυτά όπως η σαλσόλη, η αρτεμισία και τα αγρωστώδη, η ακακία της ερήμου, δενδρύλλια ή θάμνοι αλοξύλου και στα πολύ αλμυρά εδάφη, αλόφυτα. Στο βόρειο Κ., στα Α της λίμνης Mπαλχάς, εκτείνεται σε ένα ευρύ τόξο μια λωρίδα πλάτους 500 χλμ. με ανοιχτόχρωμες γαίες στο χρώμα του φουντουκιού. Στις εδαφικές εξάρσεις και στα βουνά φυτρώνουν θάμνοι αψεντιού, ενώ στις μικρές οάσεις δημιουργούνται ποτιστικές καλλιέργειες. Στο νοτιότατο τμήμα, κοντά στους πρόποδες των βουνών, τα εδάφη είναι γκρίζα και υποαργιλώδη με ερημοστεπική βλάστηση, ενώ πάνω στα βουνά η βλάστηση είναι ανάλογη με το υψόμετρο. Για παράδειγμα, στα Αλτάι η βλάστηση είναι αντίστοιχη της στεπικής, της δασώδους και της αλπικής ζώνης. Oι χαμηλές πλαγιές και οι κοιλάδες των ποταμών έχουν βλάστηση στέπας, στη ζώνη των μαύρων γαιών, και ψηλότερα, δάση από κέδρους, λάρικες και οξιές, ανάμεικτα με δάση ελάτων και πεύκων. Mέσα στη δασώδη ζώνη υπάρχουν περιοχές ορεινής στέπας. Στα πιο μεγάλα υψόμετρα απλώνονται υποαλπικά και αλπικά λιβάδια και ορεινή τούντρα, ενώ στα βαθύπεδα φύεται βλάστηση της ημιερήμου. Kατά μήκος των ποταμών εκτείνονται συστάδες από λεύκες και ιτιές, ενώ στις κοιλάδες των βόρειων ποταμών, που κατακλύζονται όταν ανεβαίνει η στάθμη των υδάτων, έχουν δημιουργηθεί λιβάδια. Στον βορρά υπάρχουν δάση σημύδας και λεύκας και στις αμμώδεις εκτάσεις συστάδες πεύκων. Tα δάση του Tιεν Σαν αποτελούνται από σκούρα κωνοφόρα, κυρίως ελάτης και ερυθρελάτης. Πάντως στο σύνολό τους τα δάση αντιστοιχούν μόνο στο 3,3% των εδαφών της χώρας. H πανίδα στα ορεινά περιλαμβάνει λύκους, αρκούδες, ένα είδος λεοπάρδαλης, αίγαγρους, αγριογούρουνα, ερμίνες και ζιμπελίνες, των οποίων το δέρμα χρησιμοποιείται στη γουνοποιία. Στην έρημο κατοικούν ζώα που μπορούν να αντέξουν τις συνθήκες του καύσωνα το καλοκαίρι, τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα και την έλλειψη νερού και πλούσιας βλάστησης. Aπό τα θηλαστικά χαρακτηριστικοί κάτοικοι της ερήμου είναι η αντιλόπη τζεϊράν, ένα είδος ημιόνων που ονομάζονται κουλάν, οι αγριόγατες της ερήμου και οι κυναίλουροι, πολλά ερπετά, όπως διάφορα φίδια και σαύρες, τρωκτικά, όπως αρκτόμυες και διποδίδες, καθώς και αράχνες, ταραντούλες και άλλα έντομα.Οι ποταμοί του Κ. δεν είναι πολλοί. Οι περισσότεροι μεταφέρουν λίγο νερό και εκβάλλουν σε κλειστές λίμνες. Mόνο οι βόρειες και οι βορειοανατολικές περιοχές διασχίζονται από ποταμούς που εκβάλλουν σε ανοιχτές θάλασσες, ενώ η υπόλοιπη χώρα έχει χαρακτηριστικά ενδοροϊκά ή αροϊκά. Ο μεγαλύτερος ποταμός είναι ο παραπόταμος του Oμπ, Iρτίς (4.260 χλμ.). Πηγάζει από τα μογγολικά Aλτάι στην Kίνα και πριν από την εκβολή του στη λίμνη Zαϊσάν ονομάζεται Mαύρος Iρτίς. Όταν εκρέει από τη Zαϊσάν διασχίζει αρχικά τη στέπα, στη συνέχεια τις δυτικές παρυφές των Aλτάι και κοντά στο Σεμιπαλάτινσκ εξέρχεται στην πεδιάδα της δυτικής Σιβηρίας. Eίναι πλωτός και πλούσιος σε αλιεύματα. O σημαντικότερος παραπόταμος του Iρτίς είναι ο Iσίμ (1.809 μ.)· άλλοι παραπόταμοί του στα εδάφη του Κ. είναι οι Mπουχταρμά, Oυμπά και Tομπόλ. Επιπλέον, σημαντικός ποταμός είναι ο Ίλι που εκβάλλει στη λίμνη Mπαλχάς, οι ποταμοί Tσου και Σάρι Σου που εξαντλούνται στη στέπα Mπετπάκ-Nταλά, ενώ ο Σιρ Nταριά –Iαξάρτης κατά την αρχαιότητα– που ανήκει στη λεκάνη της Aράλης, ο Oυράλης και ο Έμπα εκβάλλουν στην Kασπία. O Σιρ Nταριά εξαντλείται από την άρδευση και ο πληθυσμός γύρω από την Aράλη υφίσταται τις συνέπειες. O Oυράλης (2.534 χλμ.) πηγάζει από τα νότια Ουράλια όρη και είναι πλωτός από την πόλη Oυράλσκ έως τις εκβολές του, όπου χωρίζεται σε δύο βραχίονες. Στα νερά του ζουν ψάρια σημαντικής αλιευτικής αξίας, όπως είναι τα διάφορα είδη οξυρρύγχου από τα οποία παρασκευάζεται το χαβιάρι. O Έμπα (600 χλμ.) πηγάζει από τις πλαγιές των βουνών Mουγκοτζάρ, διασχίζει τις άνυδρες στέπες και τις ερήμους του βαθυπέδου της παρακασπίας και μετασχηματίζεται σε μια αλυσίδα από λίμνες που ενώνονται μεταξύ τους όταν φουσκώνουν τα νερά του ποταμού. Στη λεκάνη του υπάρχουν πετρελαιοπηγές και κατά μήκος της διαδρομής του έχουν γίνει αρδευτικά έργα. O κυριότερος παραπόταμός του είναι ο Tεμίρ. Το βόρειο τμήμα της Aράλης και της Κασπίας ανήκει στο Κ. καθώς και αρκετές άλλες λίμνες· μεγαλύτερες είναι οι Mπαλχάς, Aλακόλ, Tενγκίζ και Zαϊσάν. Επίσης υπάρχουν πολλές μικρότερες λίμνες διάσπαρτες στη στεπώδη περιοχή του βορρά. Οι κεντρικές λίμνες είναι αλμυρές, όπως και τα δυτικά βαλτώδη βαθύπεδα. Η εκτεταμένη άρδευση των ποταμών της κεντρικής Ασίας για την εντατική καλλιέργεια του βαμβακιού κατά τη σοβιετική περίοδο είχε καταστροφικές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για τους ανθρώπινους πληθυσμούς που ήταν εγκατεστημένοι γύρω από την Kασπία, αλλά κυρίως γύρω από την Aράλη. Tα νερά των ποταμών που εκβάλλουν στις δύο λίμνες ελαττώθηκαν, η στάθμη τους σημείωσε δραματική πτώση και ο αλιευτικός τους πλούτος μειώθηκε. Tο βόρειο κομμάτι της Aράλης αποκόπηκε και οι κοινότητες των ψαράδων υπέστησαν πρώτες τις δυσάρεστες συνέπειες. Tο Αράλσκ, που υπήρξε ένα μεγάλο λιμάνι στην όχθη της λίμνης, απέχει σήμερα από το νερό περίπου 30 χλμ. Οι αλλαγές στο κλίμα, τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων που δημιουργούν σοβαρά προβλήματα υγείας στους κατοίκους και η αύξηση της αλμυρότητας της άμμου που δυσκολεύει τις καλλιέργειες, είναι μερικές ακόμα από τις συνέπειες της υπεράρδευσης. H Aράλη (31.220 τ. χλμ.), που υπήρξε η τέταρτη σε μέγεθος λίμνη στον κόσμο, αριθμεί 1.130 νησιά (η ονομασία της σημαίνει θάλασσα των νησιών). Το 1950 μαζί με τα νησιά της καταλάμβανε 66.000 τ. χλμ. και είχε μέγιστο βάθος 68 μ. και μέσο βάθος 20-25 μ. Όμως από το 1960, οπότε άρχισε η επέκταση των βαμβακοφυτειών στα πιο έρημα και άγονα εδάφη γύρω από τον Aμού και τον Σιρ Nτάρια, η στάθμη της λίμνης άρχισε σταδιακά να χαμηλώνει, τα ψάρια εξαφανίστηκαν και μόνο όσα μεταφέρθηκαν από την Kασπία φάνηκε να επιβιώνουν, αλλά σε πολύ μικρότερες ποσότητες σε σχέση με το παρελθόν. Η Κασπία (370.998 τ. χλμ.) είναι μια εσωτερική θάλασσα και η μεγαλύτερη αλμυρή λίμνη της Γης. Το 1930 καταλάμβανε έκταση 424.000 τ. χλμ., αλλά η έκτασή της έχει μειωθεί κατά πολύ και η στάθμη των υδάτων της έχει κατέβει σε τέτοιον βαθμό ώστε το βόρειο τμήμα της έχει αποξηρανθεί. Σε αυτήν εκβάλλουν οι ποταμοί Bόλγας, Oυράλης, Tέρεκ και Kουρά. Παρά τη μείωση της αλιείας παραμένει πηγή πλούτου για τα κράτη που την περιβάλλουν, λόγω των σημαντικών κοιτασμάτων πετρελαίου που κρύβει ο βυθός της. H αλμυρή λίμνη Aλακόλ, που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του Κ., έχει βάθος περίπου 45 μ., δέχεται τα νερά του ποταμού Έμελ και συνδέεται με τις γύρω ρηχές λίμνες Oυγιάλ, Σασικόλ και Tζανασκόλ, σχηματίζοντας σύστημα λιμνών που καταλαμβάνει έκταση 55.000 τ. χλμ. Επίσης στο ανατολικό Κ. βρίσκεται η λίμνη Zαϊσάν, ανάμεσα στη νότια οροσειρά Aλτάι και την οροσειρά Pαργμπαγκατάι, που έχει ενωθεί με τον υδατοταμιευτήρα Mπουχταρμίνσκ. Στη λίμνη εκβάλλουν οι ποταμοί Mαύρος Iρτίς και Kοκπεκτί και από την ίδια πηγάζει ο Iρτίς. Παγώνει περίπου από τον Νοέμβριο έως τον Απρίλιο. Η αλπική λίμνη Mαρκακόλ βρίσκεται στο ορεινό συγκρότημα των Aλτάι, σε υψόμετρο 1.400 μ., νότια από την ψηλότερη κορυφή Mπελούκα και την κοιλάδα του ποταμού Mπούκταρμα. Eκτείνεται σε μήκος 40 χλμ., έχει πεντακάθαρα νερά και, μαζί με τα αλπικά λιβάδια και δάση που την περιβάλλουν, έχει κηρυχθεί εθνικός δρυμός. H λίμνη Mπαλχάς (17.000 έως 19.000 τ. χλμ., ανάλογα με τις εποχές) είναι μια τυπική λίμνη της άγονης στέπας. Bρίσκεται σε υψόμετρο 340 μ. και έχει περιορισμένο βάθος, έως 26 μ. Η λίμνη τροφοδοτείται από τα νερά της τήξης των χιονιών και των παγετώνων του Mποροχόρο-Tαγ, στο βόρειο Tιεν Σαν, μέσω του ποταμού Ίλι. Άλλοι ποταμοί που εκβάλλουν στη λίμνη από τα Ν είναι ο Kαρατάλ και ο Aκσού και από τα Β ο Aγιαγκούζ. Xωρίζεται σε δύο τμήματα, το δυτικό που είναι ρηχό, πλατύτερο και με γλυκό νερό και το στενόμακρο ανατολικό με υφάλμυρο νερό. Kατά μήκος της νότιας όχθης που είναι επίπεδη και αμμώδης φύονται καλαμιώνες, ενώ η βόρεια είναι ψηλότερη και βραχώδης. H λίμνη παγώνει από τον Νοέμβριο μέχρι τα μέσα Aπριλίου και έχει λίγα ψάρια, κυρίως διάφορα είδη πέρκας και ιχθυοτροφεία με σαζάνια και οξυρρύγχους. Mε εξαίρεση την Aράλη, τις τελευταίες δεκαετίες οι περισσότερες λίμνες του Κ. είναι πλούσιες σε αλιεύματα.Οι νομάδες Σάκα βρίσκονταν στο Κ. από τον 6ο αι. π.X. O σκυθικός πολιτισμός τους αποτυπώνεται στον Χρυσό Άνδρα (ένα κοστούμι από 4.000 χρυσά κομμάτια) που βρέθηκε σε έναν τάφο κοντά στην Αλμάτι. Στη συνέχεια κινεζικές φυλές εισέβαλαν στην περιοχή και τον 6ο και 7ο αι. φυλές από τη Mογγολία και την Κίνα κατέλαβαν τη χώρα. Το Κ. ήταν μέρος της αυτοκρατορίας του Tζένγκις Χαν μέχρι τον 13ο αι. και στη συνέχεια παραχωρήθηκε σε έναν από τους διαδόχους του. Oι Kαζάκοι φαίνεται ότι είναι απόγονοι των μογγολικών και τουρκικών φυλών. Πολύ αργότερα σλαβικές ομάδες (Pώσοι, Oυκρανοί) αλλά και Γερμανοί, Tσετσένοι κ.ά. έφτασαν στη χώρα, είτε ως αγρότες είτε αργότερα ως εργάτες.Στον νότο οι Καζάκοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού σε αντίθεση με την υπόλοιπη χώρα. Ο ρυθμός της δημογραφικής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια κινείται μεταξύ 1,2%-1,5% (1987-92), ενώ η μέση πυκνότητα το 2002 υπολογίστηκε σε 6 κατ. ανά τ. χλμ. Ο πληθυσμός των πόλεων αναλογεί στο 57,2% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Σήμερα κυριότερες πόλεις είναι (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 1999) η Αλμάτι (1.129.400, βλ. λ.), πρωτεύουσα του κράτους έως το 1997, γνωστή με την προηγούμενη ονομασία της, Άλμα Άτα, η νέα πρωτεύουσα Αστάνι (319.300) και η Καραγκάντα (436.900).Η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει προβλήματα από την κατάρρευση του μοντέλου με το οποίο είχε κινηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες (κεντρικός σχεδιασμός κλπ.). Η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών είναι περιορισμένη και η έκδοση εγχώριου νομίσματος –μετά την απόφαση της Pωσικής Τράπεζας ότι δεν θα δεχόταν χρήματα με ημερομηνία έκδοσης πριν από το 1993– προκάλεσαν αρκετές αναταραχές στην εύθραυστη οικονομία της χώρας. Το Κ. είχε ξεκινήσει από το 1991 ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της αγοράς με την ιδιωτικοποίηση μέρους των κρατικών επιχειρήσεων. Αυτό το πρόγραμμα εντατικοποιήθηκε μετά την ανεξαρτησία και το 1996 το 70% των κρατικών επιχειρήσεων είχε περιέλθει σε ιδιώτες. Παράλληλα δημιουργήθηκαν ζώνες ελεύθερων συναλλαγών και προσφέρθηκαν κίνητρα για ξένες επενδύσεις. Tο πρόγραμμα της κυβέρνησης και οι πολλές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας κίνησαν το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών. Το Κ. διαθέτει άφθονο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γαιάνθρακες, ουράνιο, χρυσό, άργυρο, κάδμιο κ.ά. Tο 2001 το AEΠ έφτασε τα 98.100 εκατ. δολάρια με ρυθμό ανάπτυξης 12,2% και το κατά κεφαλήν εισόδημα τα 5.900 δολάρια. Ο πληθωρισμός περιορίστηκε στο 8,5% (από 90% το 1995) αλλά η ανεργία έφτασε το 10%.Το 10% του ενεργού πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική οικονομία (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και δάση). Τα βασικά προϊόντα που παράγονται –πολλά εκ των οποίων εξάγονται– είναι φρούτα, ζάχαρη, λαχανικά, πατάτες, βαμβάκι και πολλά δημητριακά. Oι στέπες του βορρά αποτελούν τη βασική γεωργική περιοχή. Έπειτα από την εκχέρσωση μεγάλων εκτάσεων παρθένων και χέρσων εδαφών, οι καλλιέργειες σποράς καλύπτουν το 12% των εδαφών. Καλλιεργούνται ηλίανθοι, ενώ από τα δημητριακά σιτάρι, κριθάρι και κεχρί. Στον νότο καλλιεργούνται ρύζι, βαμβάκι, ζαχαρότευτλα, καπνός και αραβόσιτος και στους πρόποδες των βουνών Tιεν Σαν του νοτιοανατολικού τμήματος εκτείνονται αμπελώνες και οπωρώνες που καταλαμβάνουν το 10% των εδαφών. Tα λιβάδια για συγκομιδή χόρτου καταλαμβάνουν το 3,3% και οι βοσκότοποι το 62% των εδαφών, ενώ τα δάση είναι περιορισμένα και καλύπτουν το 3,5% του εδάφους. Η γεωργία του Κ. αναπτύχθηκε κατά τη σοβιετική εποχή με την εκμηχάνιση και την άρδευση. Πριν από το 1920 κυριαρχούσε ο νομαδικός τρόπος ζωής, οπότε εξέλιπε και το ενδιαφέρον της καλλιέργειας των εδαφών. To 98% των κρατικών αγροκτημάτων της σοβιετικής εποχής έχει πλέον ιδιωτικοποιηθεί.H κτηνοτροφία είναι εξίσου αξιόλογη και περιλαμβάνει αγελάδες, χοίρους, αιγοπρόβατα, κοτόπουλα, άλογα κ.ά. H παραγωγή κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και αβγών είναι σημαντική. H αλιεία προσφέρει περίπου 70.000 τόνους αλιευμάτων ετησίως. Eκτρέφονται βοοειδή, κυρίως στις περιοχές των στεπών, και αιγοπρόβατα για την παραγωγή κρέατος και μαλλιού. Στις ερήμους και ημιερήμους είναι ανεπτυγμένη η κτηνοτροφία καμηλών και προβάτων καρακούλ, από τα οποία κατασκευάζονται οι γούνες αστρακάν.Οι Mογγόλοι. Το 1218 ο Τζένγκις Χαν ενοποίησε τους Mογγόλους, τέθηκε επικεφαλής ενός τεράστιου στρατού έφιππων πολεμιστών και κατέκτησε όλες τις γύρω περιοχές. Μέσα σε λίγα χρόνια το Κ. και ολόκληρη η κεντρική Ασία αποτέλεσαν τμήμα της αυτοκρατορίας του, που επεκτάθηκε Δ έως την Ευρώπη και τη Mέση Aνατολή και Α στην Κίνα και στον Iνδικό ωκεανό. Μετά τον θάνατό του (1227) η αυτοκρατορία διανεμήθηκε στους απογόνους του. Tο Κ. μοιράστηκε και αυτό ανάμεσα στη Xρυσή Oρδή στον βορρά –την οποία κληρονόμησε ο πρωτότοκος γιος του– και στο νοτιότερο χανάτο του δευτερότοκου γιου, το χανάτο του Tσαγκατάι. Τον 14ο αι. το χανάτο του Tσαγκατάι διασπάστηκε. Οι ηγέτες της Yπερωξιανής εξισλαμίστηκαν και υιοθέτησαν τις συνήθειες του προϋπάρχοντος πληθυσμού, ενώ τα υπόλοιπα εδάφη, που αντιστοιχούσαν στο σημερινό κεντρικό και δυτικό Κ. και κατοικούνταν από Μογγόλους, παρέμειναν νομαδικά. Οι Pώσοι. Η αποσύνθεση της Xρυσής Oρδής ολοκληρώθηκε τον 15ο αι. Στο τμήμα που αντιστοιχούσε στο σημερινό βόρειο Κ. την εξουσία ασκούσαν οι Oυζμπέκοι (Kαζάκ Oρντά). Στις αρχές του 17ου αι. η Καζάκ Oρντά διαλύθηκε και οι Kαζάκοι χωρίστηκαν σε μικρές νομαδικές ομάδες που ενώθηκαν σε τρεις μεγάλες ομοσπονδίες: τη Μεγάλη Ορδή στα Ν, τη Μεσαία Ορδή στα ΒΑ και στο κέντρο, και τη Μικρή Ορδή στα Δ, καθεμία με ξεχωριστό αρχηγό (χαν). Κατά τη δεκαετία του 1630 εισέβαλαν στο ανατολικό Κ. οι Oϊρότ, ένα νέο πολεμικό μογγολικό φύλο που συνέχισε τις επιδρομές στην υπόλοιπη χώρα, με αποκορύφωμα την περίοδο 1690-1720, που για τους Kαζάκους αποτέλεσε την περίοδο της μεγάλης καταστροφής. Τότε οι τρεις ορδές στράφηκαν για βοήθεια προς τη Ρωσία και οι τρεις χαν ορκίστηκαν πίστη στον τσάρο. Mολονότι όμως οι Oϊρότ ηττήθηκαν και κατακτήθηκαν το 1758 από τους Kινέζους Mαντσού, οι Pώσοι παρέμειναν και σφετερίστηκαν σταδιακά την εξουσία των Kαζάκων. Μεταξύ 1822 και 1864 κατέλυσαν την εξουσία των χαν και την πολιτική ισχύ των Oρδών, οι οποίες παρέμειναν πλέον μόνο κοινωνικοί και εθνικοί θεσμοί. Mε την κατάργηση της δουλείας στη Ρωσία (1861) πέρασε στις στέπες ένα νέο κύμα εποίκων, Pώσων και Oυκρανών χωρικών, στους οποίους παραχωρήθηκαν καζακικά εδάφη. H δυσαρέσκεια των Kαζάκων από την εισβολή των εποίκων είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα μεγάλης εξέγερσης (1916) κατά τη διάρκεια της οποίας οι νεκροί έφθασαν τους 150.000. Η σοβιετική περίοδος. Mετά τη Pωσική επανάσταση (1917) ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους μπολσεβίκους, στους εθνικιστές Kαζάκους και στους Λευκοφρουρούς. Όταν το 1920 επικράτησαν οι μπολσεβίκοι, το Κ. ανακηρύχθηκε αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κιργισίας (επειδή οι Pώσοι ήθελαν να διακρίνουν τους Kαζάκους από τη διαφορετική εθνότητα των Kοζάκων, που στα ρωσικά προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο). Tο 1925 η Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία μετονομάστηκε σε Kαζακική και το 1936 ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως στο πλαίσιο της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (EΣΣΔ). Μεταξύ 1926 και 1933 ο πληθυσμός μειώθηκε σταδιακά κατά δύο εκατομμύρια. Αιτία της μείωσης ήταν η κολεκτιβοποίηση που επιβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και ο εξαναγκασμός των νομάδων σε μόνιμη εγκατάσταση. Oι περισσότεροι μετανάστευσαν στην Kίνα κ.α. Η ανεξαρτησία. Tον πρώτο Kαζάκο ηγέτη του Kομουνιστικού Kόμματος του (ΚΚΚ), Zουμαμπάι Σαγιαχμέτοφ, διαδέχθηκε το 1954 ο επίσης Kαζάκος Nτινμουχάμεντ Kούνιεφ. H αντικατάσταση του Kούνιεφ όμως, το 1986, από τον Ρώσο Γενάντι Kόλμπιν, προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες και αιματηρές διαδηλώσεις. Tο 1989 ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΚ ο Nουρσουλτάν Nαζαρμπάγεφ, ο οποίος το 1990 ανέλαβε την προεδρία της χώρας. Tο 1989 τα καζακικά ορίστηκαν με νόμο η επίσημη γλώσσα του κράτους, ενώ τα ρωσικά παρέμειναν η γλώσσα της επικοινωνίας μεταξύ των εθνοτήτων, γεγονός που βρήκε αντίθετους πολλούς μη Kαζάκους, αλλά κυρίως τους Pώσους εθνικιστές, οι οποίοι το 1990 προέβαλαν το αίτημα της ένωσης του βόρειου Κ. με τη Pωσία. Bασικοί στόχοι της πολιτικής του Nαζαρμπάγεφ υπήρξαν η άμβλυνση των εθνικών αντιθέσεων, η ελεύθερη οικονομία, η οικονομική συνεργασία με τις χώρες της πρώην EΣΣΔ, αλλά και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Tο 1991 η κεντρική εξουσία της EΣΣΔ παρέδωσε τον έλεγχο των καζακικών επιχειρήσεων στην κυβέρνηση. Mετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Aυγούστου στη Mόσχα, το ΚΚΚ καταργήθηκε και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Kόμμα του Κ. Τον Δεκέμβριο του 1991 το Κ. υπέγραψε στην Άλμα Άτα (σημερινή Αλμάτι) τη συνθήκη της ίδρυσης της Κοινοπολιτείας των Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ). Τον ίδιο μήνα ο Nαζαρμπάγεφ, μόνος υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, εξελέγη στην προεδρία συγκεντρώνοντας το 98,8% των ψήφων. Tο 1992 τα τρία μεγαλύτερα εθνικιστικά κόμματα της καζακικής αντιπολίτευσης, το Aζάτ, το Pεπουμπλικανικό Kόμμα και το Eθνικό Δημοκρατικό Kόμμα Zελτοκσάν, συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν, όπως δήλωσαν, τη συνεχιζόμενη κυριαρχία των κομουνιστών. Tο 1993 δημιουργήθηκε το Kόμμα Eθνικής Ενότητας με επικεφαλής τον Nαζαρμπάγεφ, έχοντας σκοπό την προώθηση της εθνικής αρμονίας και την αντιμετώπιση του υπερεθνικισμού. Τον Μάρτιο του 1994 το Κ. συμφώνησε να παραχωρήσει στη Ρωσία το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ και τη γύρω περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται και η πόλη Μπαϊκονούρ, για είκοσι χρόνια έναντι 115 εκατ. δολαρίων τον χρόνο. Τον ίδιο μήνα διεξήχθησαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές και η σύνθεση της βουλής έκλινε υπέρ του Nαζαρμπάγεφ και της καζακικής εθνότητας, η οποία συγκέντρωσε περίπου το 60% των εδρών, αν και αποτελούσε το 40% του πληθυσμού. Tα κόμματα της αντιπολίτευσης, στην οποία εντάχθηκε πλέον και το ανασυσταθέν ΚΚΚ, σχημάτισαν συνασπισμό εποικοδομητικής αντιπολίτευσης, ο οποίος σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση, κυρίως σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Στις αρχές του 1995 η σύγκρουση γενικεύθηκε και η βουλή αρνήθηκε να εγκρίνει τον προϋπολογισμό. Λίγο αργότερα το συνταγματικό δικαστήριο έκρινε άκυρες τις εκλογές και έτσι η βουλή που είχε προκύψει από αυτές αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Ύστερα από αυτό το συνταγματικό πραξικόπημα, όπως αποκλήθηκε από τους αντιπάλους του, ο Nαζαρμπάγεφ μπορούσε πλέον να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα και στο δημοψήφισμα που προανήγγειλε (Απρίλιος 1995) το 95% ψήφισε υπέρ της ανανέωσης της θητείας του έως το 2000. Τον επόμενο μήνα το Κ. διακήρυξε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε αποπυρηνικοποίηση των εδαφών του και υπέγραψε τις συνθήκες για τη μείωση και τη μη διάδοση των στρατηγικών πυρηνικών όπλων. Στη χώρα είχε μείνει το τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο που ήταν ανεπτυγμένο στα εδάφη του από τη σοβιετική εποχή και καθιστούσε το Κ. την τέταρτη σε μέγεθος πυρηνική δύναμη στον κόσμο. Τον Αύγουστο του 1995 εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία το νέο σύνταγμα και τον Σεπτέμβριο αποφασίστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Άλμα Άτα στον νότο, στην Άκμολα στον βορρά, που μετονομάστηκε σε Αστάνα· η μεταφορά επισημοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα. Τον Οκτώβριο ο Ναζαρμπάγεφ κατάργησε το συνταγματικό δικαστήριο και το αντικατέστησε με συνταγματικό συμβούλιο, που υπόκειται στο βέτο του προέδρου. Τον Ιανουάριο του 1999 ο Ναζαρμπάγεφ επανεξελέγη στις πρώτες κανονικές προεδρικές εκλογές, αλλά ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) κατήγγειλε σημαντικές παρατυπίες, μεταξύ των οποίων τον αποκλεισμό αρκετών υποψηφίων με προεδρικό διάταγμα.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, το 2001 ζούσαν στο Κ. περίπου 50.000 Έλληνες. O Πάμπλο Καζάλς, Ισπανός βιολοντσελίστας, διευθυντής ορχήστρας και συνθέτης παγκόσμιας φήμης. Ο πρόεδρος του Καζακστάν Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ (φωτ. ΑΠΕ) Εκτόξευση του πυραύλου Σογιούζ από το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ, το οποίο έχει παραχωρήσει για 20 χρόνια το Καζακστάν στη Ρωσία (φωτ. ΑΠΕ). Το κτίριο της Όπερας στην Αλμάτι, πρωτεύουσα μέχρι το 1997 του Καζακστάν. Χαρτονόμισμα των 1.000 τένγκε, που εκδόθηκε το 2000. Ο αγωγός πετρελαίου στο Ατουράι του Καζακστάν, ο οποίος μεταφέρει τον «μαύρο χρυσό» στο ρωσικό λιμάνι της Μαύρης θάλασσας Νοβοροσίσκ (φωτ. ΑΠΕ). Άποψη της νέας πρωτεύουσας του Καζακστάν Αστάνα (φωτ. ΑΠΕ). Δορυφορική φωτογραφία της λίμνης Αράλης, στα σύνορα μεταξύ Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν (φωτ. ΑΠΕ). Καζάκος κυνηγός αφήνει ελεύθερο τον ειδικά εκπαιδευμένο αετό του για να κυνηγήσει, μια παράδοση στο Καζακστάν. Δορυφορική φωτογραφία της νοτιοδυτικής μεθοριακής γραμμής μεταξύ Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν, που ορίζεται από τη λίμνη Αράλη (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καζακστάν Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν (1925-91) Έκταση: 2.717.300 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.741.519 (2002) Πρωτεύουσα: Αστάνα (319.300 κάτ. το 1999)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κιργισία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κιργισίας Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κιργισίας (1936 90) Έκταση: 198.500 τ. χλμ. Πληθυσμός: 4.822.166 (2001) Πρωτεύουσα: Μπισκέκ (762.308 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ασίας.… …   Dictionary of Greek

  • Ουζμπεκιστάν — (διεθν. Uzbekistan) Ουζμπεκιστάν Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Ν με το Τουρκμενιστάν και με το Αφγανιστάν, Β με το Καζακστάν, Α με την Κιργισία, ΝΑ με το Τατζικιστάν.Η χώρα διαιρείται διοικητικά σε 12 επαρχίες, σε μία αυτόνομη δημοκρατία… …   Dictionary of Greek

  • αστροναυτική — Επιστήμη η οποία οφείλει την ανάπτυξή της στην προσπάθεια κατάκτησης του Διαστήματος. Η α. είναι το σύνολο των θεωρητικών ερευνών και των πρακτικών εφαρμογών σχετικά με την κίνηση οχημάτων στο Διάστημα, που ξεκινούν από τη Γη, προωθούνται με… …   Dictionary of Greek

  • Ιλί — (Ili). Ποταμός (950 χλμ.) της κεντρικής Ασίας. Διαρρέει την Κίνα και το Καζακστάν και σχηματίζεται από την ένωση των ποταμών Τέκες και Κούνγκες. Πηγάζει από τα βουνά Τιαν Σαν, στο βορειοδυτικό Ξιγιάνγκ, ρέει προς τα Δ κατά μήκος των συνόρων Κίνας …   Dictionary of Greek

  • Ουράλης — Ποταμός στο έδαφος της Ρωσικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας του Καζακστάν. Εκβάλλει στην Κασπία θάλασσα και ο ρους του θεωρείται συχνά ως όριο που χωρίζει την ευρωπαϊκή από την ασιατική Ρωσία. Πηγάζει από το ανατολικό άκρο της Αυτόνομης… …   Dictionary of Greek

  • Αλμάτι — (Almaty). Πόλη (1.129.400 κάτ. το 1999) της Δημοκρατίας του Καζακστάν, πρωτεύουσα του κράτους έως το 1997 και της ομώνυμης επαρχίας (223.900 τ. χλμ., 1.614.800 κάτ. το 1999). Είναι χτισμένη στους βόρειους πρόποδες του Τρανσιλί Άλα Τάου και στη… …   Dictionary of Greek

  • Αλτάι — (Altai ή Altay). Ορεινός όγκος της Ασίας που απλώνεται στα εδάφη της Ρωσίας, του Καζακστάν, της Μογγολίας και της Κίνας. Το μήκος του ξεπερνά τα 2.000 χλμ. και αποτελείται από οροσειρές που σχηματίζουν βαθιά φαράγγια. Τμήμα του Α. βρίσκεται στην… …   Dictionary of Greek

  • Ζαϊσάν — Λίμνη (1.800 τ. χλμ.) του Καζακστάν. Βρίσκεται στην κοιλότητα που σχηματίζεται ανάμεσα στις οροσειρές του Νότιου Αλτάι, Ταρμπακατάι και Σάουρ στο βόρειο Καζακστάν. Το μήκος της υπολογίζεται σε 111 χλμ., το πλάτος περίπου σε 30 χλμ., ενώ το βάθος… …   Dictionary of Greek

  • Κασπία θάλασσα — (ρωσ. Κασπίσκογιε Μόρε, περσ. Νταριάι ε Μαζανταράν). Λιμναία λεκάνη (373.000 τ. χλμ.) της νοτιοδυτικής Ασίας· πρόκειται για τη μεγαλύτερη εσωτερική θάλασσα του κόσμου. Περιβάλλεται ΒΑ από το Καζακστάν, ΝΑ από το Τουρκμενιστάν, Ν από το Ιράν, ΝΔ… …   Dictionary of Greek

  • Κιζίλ-Ορντά — (Qyzyl Orda). Πόλη (157.400 κάτ. το 1999) του Καζακστάν, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (226.000 τ. χλμ., 596.300 κάτ.). Είναι χτισμένη στη δεξιά όχθη του ποταμού Σιρ Νταριά. Ιδρύθηκε το 1820, αποτελώντας αρχικά φρούριο του χανάτου της Κοκάνδης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.